Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

Η γυναικεία νεοελληνική φορεσιά

H γυναικεία νεοελληνική φορεσιά είναι φτιαγμένη, θα 'λεγε κανείς, περισσότερο για να εντυπωσιάζει παρά για να αναδείξει την ομορφιά του κορμιού. Έχει ρίζες ως προς την υφαντική στην αρχαιότητα, και ως προς το σχήμα, στο Βυζάντιο και στη Δύση (Αναγέννηση). Τα διάφορα στοιχεία πού δέχτηκε κι από άλλες, πολλές και ποικίλες επιδράσεις, τα προσάρμοσε πάντα στις ελληνικές ανάγκες. Με το πέρασμα των χρόνων, τα στοιχεία αυτά - αρχαιοελληνική και βυζαντινή παράδοση, ξένες επιδράσεις και φυσικό περιβάλλον - δημιούργησαν μια αφάνταστη ποικιλία: σε κάθε επαρχία, κάθε πόλη, κάθε χωριό συναντάμε δύο ή τρεις παραλλαγές τής ίδιας τοπικής φορεσιάς.

Η εντυπωσιακή ποικιλία των ενδυματολογικών συνόλων που επέζησαν σε όλα τα διαμερίσματα της χώρας μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι συνυπήρχαν στον ίδιο χώ­ρο νεότερες και παλιότερες παραλλαγές, ή μπερδεύονταν πάνω στην ίδια φορεσιά διά­φορα τμήματα τους. Αν κατατάξουμε τις φορεσιές σε τύπους με βάση τον χρό­νο, δηλαδή σε παλιότερους (1850-1900) και νεότερους (1900-1940), τότε ένα χωριό μπορεί να ντύνεται με τον παλιότερο τρόπο, ενώ ένα άλλο να συνδυάζει τον νεότερο με τον παλιότερο τρόπο πάνω στην ίδια φορεσιά. Είναι φορές που στο ίδιο χωριό η γιορτι­νή ενδυμασία είναι του παλιού τύπου και η καθημερινή του νέου. Σε όλα αυτά, που α­φορούν κατά κύριο λόγο τα αχνάρια των φορεσιών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και τα υφάσματα και τα διάφορα εξαρτήματα που τα έφερναν άλλοτε από τη Δύση κι άλλοτε από την Ανατολή, ή ακόμα από τα Ιεροσό­λυμα με τα «χατζηλίκια», και πάνω από όλα από την Κωνσταντινούπολη, δηλαδή από το Παρίσι της οθωμανικής αυτοκρατο­ρίας. Στην Πόλη κατέληγαν, άλλωστε, όλα τα είδη πολυτελείας κι από εκεί διοχετεύο­νταν με τους πραματευτάδες σε ολόκληρη την επικράτεια. Τέλος, θα πρέπει να προ­στεθούν και τα κεντητικά μοτίβα από την Ανατολή, τη Δύση, τον Βορρά και τον Νότο, που συ­νυπάρχουν με τα γηγενή, αν καταφέρει κα­νείς να τα διακρίνει και να τα κατατάξει.

Μέρη της γυναικείας φορεσιάς


Όλες οι γυναικείες φορεσιές έχουν ένα βασικό φόρεμα, το πουκάμισο, ένδυμα κλειστό, συνήθως με μανίκια, με ένα κα­τακόρυφο άνοιγμα για τον λαιμό. Το μή­κος του και τα χρώματα ποικίλλουν, με κυρίαρχο το λευκό χρώμα. Αποτελείται από ένα κεντρικό μονοκόμματο τμήμα, εμπρός-πίσω, και από πλαϊνά λοξά ή ίσα φύλλα, που του προσδίδουν το απαιτού­μενο φάρδος για άνετη κίνηση.

Όλες σχεδόν οι γυναικείες φορεσιές έχουν ένα εσώρουχο, τη φανέλα, με διακοσμη­τικά πρόσθετα περικάρπια, που φοριέται κυρίως με τις επίσημες φορεσιές. Σπάνιο είναι το εσώρουχο βρακί, που έχει συνήθως μήκος ανάλογο με το μήκος του που­κάμισου. Τα ποδονάρια του βρακιού στολίζονται μόνον όταν φαίνονται κάτω από το πουκάμισο.

Οι γυναικείες φορεσιές έχουν ως ενδιάμεσο ή κύριο ένδυμα ένα φόρεμα, κομμένο ή άκοπο στη μέση, αμάνικο ή με μανίκια, σε μήκος που ποικίλλει κατά περίπτωση. Παίρνει συνήθως το όνομα του υφάσματος από το οποίο είναι ραμμένο, ή λέγεται φουστάνι. Γυναικείες φορεσιές με κύριο ένδυμα τη βράκα συναντάμε στη Λέσβο και στις μι­κρασιατικές ελληνικές πόλεις. Άλλο ενδιάμεσο ένδυμα είναι η φούστα, που συχνά δεν είναι άλλο από ένα φουστάνι που έχασε με τον καιρό το πανωκόρμι του. Άλλοτε πάλι το ενδιάμεσο ένδυμα είναι ένα φόρεμα-πανωφόρι με μανίκια (καφτάνι, αντερί, καβάδι, κ.λπ.), πιο κοντό από το πουκάμισο, τις περισσότερες φορές α­πό αγοραστό ύφασμα.

Το εξωτερικό ένδυμα είναι ένα πανω­φόρι, συνήθως αμάνικο και πιο σπάνια με μανίκια (σεγκούνι, γιούρδα, φλοκά­τα, πιρπιρί, τζουμπές, κ.λπ.), ραμμένο από μάλλινο δίμιτο ύφασμα της νεροτριβής, το λεγόμενο σαγιάκι, είδος τσό­χας. Πολλές φορές όμως το πανωφόρι αυτό είναι από λευκό, μπλε ή μαύρο και, πολύ σπάνια, από σκούρο πράσινο, σχεδόν λαδί, βαμβακερό ύφασμα, και έ­χει μανίκια. Το ένδυμα αυτό λέγεται σαγιάς (σε ορισμένα μέρη λέγεται και η σαγιά). Στον ελληνικό χώρο συναντάμε δυο ακόμα ενδύματα, τον καπλαμά των Μεγάρων και το καβάι της Καρπάθου, που και αυτά κατατάσσονται στην ομάδα των σαγιάδων. Το καβάι κρατάει το όνομα παλιότερου ενδύματος ενώ ο καπλαμάς παίρνει το όνομα αυτό από τη φόδρα του, τον καπλαμά.

Χαρακτηριστική στις γυναικείες χωρικές φορεσιές είναι η ποδιά, γιατί το τμήμα του σώματος που καλύπτει αφενός προσφέρεται για διακόσμηση -παρέχει μια ενιαία σχεδόν επιφάνεια- και αφετέρου έχει συμβολικό χαρακτήρα, μια και καλύπτει την πιο σημαντική για τη γυναίκα περιοχή. Παλιότερα η ποδιά φοριόταν μόνον ως τελετουργικό ένδυμα, ενώ σε πολλές περιοχές της Ελλάδος δεν φορέθηκε ποτέ. Μόνο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα συναντάμε δύο είδη ποδιάς, τη γιορτινή και εκείνη της εργασίας. Η ποδιά φορέθηκε και ως ένδυμα προστασίας από το κρύο όπως στη Βόρειο Ελλάδα, ή για να κα­λύψει κάποια ενδυματολογική ασχήμια, όπως στις Κυκλάδες.

Στα πόδια φορούν πλεκτές κάλτσες, βαμ­βακερές, μάλλινες ή μεταξωτές, σε μή­κος ανάλογο με το μήκος του πουκάμι­σου. Σε πολλά χωριά, το καλοκαίρι, οι γυναίκες δεν φορούσαν κάλτσες και παπούτσια. Στους αγροτικούς και ποιμενικούς πλη­θυσμούς τα υποδήματα είναι σχεδόν ί­δια για άνδρες και γυναίκες και φτιά­χνονται πρόχειρα από τους ίδιους. Στα αστικά κέντρα και στα νησιά πιο συνη­θισμένα είναι τα κεντητά πασούμια και σπανιότερες οι μπότες, που τις συνήθιζαν, στα νησιά κυρίως, ως υπο­δήματα της δουλειάς. Χαρακτηριστικά γυναικεία υποδήματα είναι και τα τερλίκια, άλλοτε πλεκτά και άλλοτε από τσόχα ή σαγιάκι που είναι κυρίως υποδήματα του σπιτιού. Στον δρόμο, πάνω από τα τερλίκια, φορούσαν δερμάτινες παντούφλες ή ξύλινα τσόκαρα.

Οι γυναικείες φορεσιές είναι κατάφορτες με αργυρά και άλλα κοσμήματα, σε περί­πλοκους συνδυασμούς, κοσμήματα που στολίζουν το κορμί και το κεφάλι. Πολύ­πλοκα είναι επίσης τα κεφαλοκαλύμματα και τα κεφαλοδέματα, κυρίως τα νυφικά, που διευθετούνται με ξεχωριστή πάντα φροντίδα από γυναίκες που η κοινότητα θεωρεί ως ειδικές.

Οι γυναικείες ελληνικές τοπικές φορεσιές έχουν τολμηρούς χρωματικούς συνδυα­σμούς και παρουσιάζουν συχνά μεγάλη φαντασία στον τρόπο που φοριούνται τα διάφορα τμήματα τους και στα χίλια δυο στολίδια που τις ποικίλλουν.

Φωτογραφίες
"Χορός στην Πνύκα" του P.Bonirote, 1842. Λάδι, συλλογή Ιδρύματος Επισκόπου Μακαρίου Γ', Λευκωσία.
"Γυναίκες της Μυκόνου", του Tournefort, 1700-2. Χαρακτικό.
Λεπτομέρειες διαφόρων τμημάτων της φορεσιάς της Μυκόνου, του Tournefort, 1700-2. Χαρακτικό.
"Γυναίκα από τα Μέγαρα", O.M.von Stackelberg, 1811.

Πηγή
Ιωάννα Παπαντωνίου, "Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς", Εθνογραφικά 1, Ναύπλιο 1978.
Ιωάννα Παπαντωνίου, "Η Ελληνική ενδυμασία, από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αι.", Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 2000.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
ellinida είπε...

Μπράβο !!!
Ο τόπος μας έχει ανάγκη από τέτοιες πρωτοβουλίες σε μια εποχή όπου οι τυφλοπόντικες και τα αρπακτικά ευημερούν ας είναι κάποιος που να καταπιάνεται με την ψυχή μας το πνεύμα μας .
Είμαι υπερήφανη που κάποιος δίπλα μας αποτελεί φωτεινή εξαίρεση αφήνοντας το απαλό και οικεία ζεστό φως της γνώσης να μας αγγίξει έστω και λίγο.

Ανώνυμος είπε...

Συγνώμη που σας ξαναγράφω αλλά παρατήρησα ότι κάνατε μερικές αλλαγές στο blog σας που μαρτυρούν την ιδιαιτερότητα σας και τον σχεδόν χειρουργικό τρόπο προσέγγισης των θεμάτων που καταπιάνεστε . Μου θυμίζετε πολύ τον εαυτό μου όταν ξεκινούσα την εργασία μου , σας παροτρύνω λοιπόν να συνεχίσετε το έργο σας που αποτελεί μια σταγόνα βροχής στο ξερό άνυδρο χώμα της αμάθειας μας αναδύοντας μια οσμή που ενεργοποιεί τον αποχαυνωμένο κάτοικο του καναπέ.

Ανώνυμος είπε...

Με συγχωρείτε για την ηλεκτρονική αμάθεια μου το σημερινό μήνυμα είναι από ellinida

Ανώνυμος είπε...

Eimaste enas silogos ellinidon stin ameriki. Bravo sas poli oreo kai endiaferon iliko!!!!!